επιβάλλω /epiˈvaːlo/ Verb
- English
- enforce
- 日本語
- 徹底させる
Example
- Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να **επιβάλλει** (επιβάλλω / επιβάλλω / επιβάλλω) τους νέους κανονισμούς στάθμευσης.
- The city council decided to enforce the new parking regulations.
- Το 'επιβάλλω' είναι η πιο επίσημη και συχνή επιλογή για νόμους.