Επιβίωση /epiˈvi̯osi/ NounEnglishsurvival日本語生存ExampleΗ επιβίωση του είδους κινδυνεύει από την κλιματική αλλαγή.The survival of the species is at risk.Εδώ τονίζεται η μακροπρόθεσμη ύπαρξη.