εργαζόμενος /eɾɣaˈzomendos/ Noun

English
worker
日本語
働く人

Example

  • Οι [εργάτης / τεχνίτης / υπάλληλος] του εργοστασίου έκαναν απεργία.
  • The factory workers went on strike.
  • Η λέξη είναι ουδέτερη για χειρωνακτική εργασία.