συνήθεια /kʌsˈtʌm/ NounEnglishcustom日本語慣習ExampleΕίναι το τοπικό **έθιμο** να χαιρετούν τους επισκέπτες με τσάι.It is a local custom to greet guests with tea.Εδώ το «έθιμο» είναι η πράξη, η ρουτίνα.