εθνικός /eθniˈkos/ Adjective
- English
- national
- 日本語
- 国家の / 全国の
Example
- Η εθνική (πολιτιστική / πατριωτική / εγχώρια) τηλεόραση ανακοίνωσε τα νέα για τους κανονισμούς της Τεχνητής Νοημοσύνης.
- The national news reported on the new AI regulations.
- Χρησιμοποιείται για επίσημα μέσα ενημέρωσης.