Ευάλωτος /evˈalotos/ Adjective
- English
- vulnerable
- 日本語
- 脆さ
Example
- Αυτά τα γραφεία είναι εξαιρετικά ευάλωτα σε τρομοκρατική επίθεση. (Εκτεθειμένα / Αδύναμα)
- These offices are highly vulnerable to terrorist attack.
- Στην ασφάλεια, το «ευάλωτος» είναι ο βασικός όρος.