Ποτέ (σε ερωτήσεις/αρνήσεις) /poˈte/ Adverb
- English
- ever
- 日本語
- かつて
Example
- Τίποτα δεν συμβαίνει ποτέ (ποτέ / σε καμία στιγμή / καθόλου) σε αυτή τη μικρή πόλη.
- Nothing ever happens in this small town.
- Στην άρνηση, το 'ever' μεταφράζεται ως 'ποτέ' στα Νέα Ελληνικά.