ευρέως διαδεδομένος /evˈreos ðiaˈðeðoˈmenos/ Ευρύς

English
widespread
日本語
広範囲に及ぶ

Example

  • Η καταιγίδα προκάλεσε [Ευρύτατα διαδεδομένος / εκτεταμένη / πανταχού παρών] ζημιά σε όλη την ακτή.
  • The storm caused widespread damage across the coast.
  • Εδώ τονίζουμε την γεωγραφική κάλυψη.