Εξοχικό /ɛksoˈxiko/ NounEnglishcottage日本語別荘ExampleΠέρασαν τις διακοπές τους σε ένα **εξοχικό** με αχυροσκεπή.They spent their holidays in a thatched cottage.Το 'αχυροσκεπή' (thatched) είναι σπάνιο, αλλά δίνει την αίσθηση του παραδοσιακού.