γνώριμος /ɣnoˈrimos/ ΕξοικειωμένοςEnglishfamiliar日本語親しみExampleΗ μελωδία ακουγόταν **οικεία** (γνωστή / οικεία / οικεία) — σαν να την είχα ξανακούσει.The melody sounded familiar.Το 'οικεία' εδώ δίνει μια ζεστή, σχεδόν νοσταλγική αίσθηση.