Εξουσία / Αυθεντία /eɡzuˈsía/ Noun

English
authority
日本語
権威

Example

  • Η αστυνομία έχει την **εξουσία** να συλλαμβάνει υπόπτους.
  • The police have the authority to arrest suspects.
  • Εδώ τονίζεται το νομικό δικαίωμα (power/right).