έξυπνος /ˈeɡzpiːmos/ Επίθετο
- English
- smart
- 日本語
- 賢い
Example
- Πρέπει να είμαι **έξυπνος** για τη συνέντευξη αύριο. [Πρέπει να **δείξω οξυδέρκεια** / Πρέπει να **έχω το νου μου**]
- I have to be smart for my interview tomorrow.
- Εδώ τονίζεται η ανάγκη για νοητική ετοιμότητα.