θηλυκό /θiˈlʲiko/ AdjectiveEnglishfemale日本語女性ExampleΗ θηλυκή φοιτήτρια κέρδισε την υποτροφία.The female student won the scholarship.Η λέξη 'θηλυκή' είναι η πιο άμεση μετάφραση.