φόβος /ˈfovos/ Noun

English
fear
日本語
怖い

Example

  • Τα μάτια της δεν έδειχναν κανέναν φόβο (δείλια / τρόμο / ανησυχία).
  • Her eyes showed no fear.
  • Η άρνηση του φόβου δείχνει θάρρος.