ΦΩΝΑΖΩ /foˈna.zo/ Verb

English
yell
日本語
叫ぶ

Example

  • Ο άλλος οδηγός [φωνάζει] (κραυγάζει / ορίζει) στον διπλανό του.
  • He yelled at the other driver.
  • Το 'φωνάζω' εδώ υποδηλώνει έντονη διαφωνία ή ενόχληση.