footage (ως δάνειο) / υλικό /ˈfʊtɪdʒ/ NounEnglishfootage日本語映像ExampleΟ τηλεοπτικός σταθμός πρόβαλε το [αρχειακό υλικό] της διαδήλωσης.The news station aired footage of the protest.Το 'υλικό' εδώ καλύπτει την έννοια του 'footage' άψογα.