φορτηγό /for.tiˈɣo/ NounEnglishlorry日本語トラックExampleΟ οδηγός του φορτηγού παρέδωσε τις προμήθειες εγκαίρως, σαν άλλος ήρωας της ασφάλτου.The lorry driver delivered the supplies on time.Η λέξη 'οδηγός' είναι πιο συχνή από το 'οδηγός φορτηγού'.