Φρέσκος /ˈfrɛskos/ AdjectiveEnglishfresh日本語新鮮ExampleΕίναι το γάλα **φρέσκο**; (νιιάτικος / πρόσφατος / καινούργιος)Is this milk fresh?Στην καθημερινότητα, το 'φρέσκος' είναι η μόνη επιλογή για τρόφιμα.