Φθινόπωρο /fθiˈno.po.ɾo/ NounEnglishautumn日本語秋ExampleΟ αέρας γίνεται δροσερός το φθινόπωρο.The air turns crisp in autumn.Στην Ελλάδα, το φθινόπωρο σηματοδοτεί την επιστροφή στην καθημερινότητα.