φθηνός /ftinˈos/ Adjective

English
cheap
日本語
安い

Example

  • Αγοράσαμε μερικά φθηνά σουβενίρ στο πανηγύρι.
  • We bought some cheap souvenirs at the festival.
  • Το 'πανηγύρι' είναι η παραδοσιακή γιορτή όπου βρίσκεις τέτοια είδη.