φύση /ˈfi.si/ NounEnglishnature日本語自然ExampleΠεράσαμε το Σαββατοκύριακο επανασυνδεόμενοι με τη {φύση}.We spent the weekend reconnecting with nature.Η επαφή με τη φύση είναι βασικό θέμα στην ελληνική κουλτούρα.