γάτα /ˈɣata/ Noun

English
cat
日本語
猫 (ねこ)

Example

  • Η γάτα νιαούριζε δυνατά όταν της χάιδεψα τα αυτιά.
  • The cat purred loudly when I scratched its ears.
  • Το νιαούρισμα είναι η βασική επικοινωνία.