γελοίος /rɪˈdɪkjʊləs/ ΕπίθετοEnglishridiculous日本語馬鹿げているExampleΜοιάζω εντελώς **γελοίος** με αυτό το καπέλο.I look ridiculous in this hat.Εδώ τονίζεται η εμφάνιση που προκαλεί γέλιο.