γεωργικός /ʝeorɣiˈkos/ AdjectiveEnglishagricultural日本語農業のExampleΗ περιοχή βασίζεται βαριά στην [γεωργική παραγωγή].The region relies heavily on agricultural production.Το 'γεωργική' εδώ τονίζει την καλλιέργεια.