γιορτή /θɛoɾaˈsmos/ Noun

English
celebration
日本語
お祝い

Example

  • Η γαμήλια γιορτή (χαρά / ευθυμία / κέφι) κράτησε μέχρι την ανατολή.
  • The wedding celebration lasted until dawn.
  • Η 'γιορτή' είναι η πιο φυσική επιλογή για γάμο.