Γοητεία /ʝo.iˈti.a/ NounEnglishcharm日本語魅力ExampleΉταν ένας άνδρας με μεγάλη [γοητεία].He was a man of great charm.Εδώ η 'γοητεία' είναι η φυσική έλξη που ασκεί.