Σταδιακά /stadiˈka/ Επίρρημα

English
gradually
日本語
徐々に

Example

  • Η εταιρεία αλλάζει **σταδιακά** προς την τηλεργασία.
  • The company is gradually shifting toward remote work.
  • Εδώ τονίζεται η μεθοδική μετάβαση, όχι η βιασύνη.