Γράφω /ˈɣrafo/ Verb

English
write
日本語
書く

Example

  • Τα παιδιά μαθαίνουν να διαβάζουν και να [γράφω] στο σχολείο.
  • Children learn to read and write at school.
  • Η χρήση του ατελούς (γράφουν) δείχνει τη διαδικασία.