Ανάθεση /anaˈθisi/ Noun

English
assignment
日本語
課題

Example

  • Οι φοιτητές οφείλουν να ολοκληρώσουν όλες τις σχολικές **αναθέσεις**.
  • Students are required to complete all homework assignments.
  • Εδώ η 'Ανάθεση' είναι ο επίσημος όρος για το homework.