Ιδιοκτησία /iðjɔk.tiˈsi.a/ Noun

English
property
日本語
財産

Example

  • Η πυρκαγιά προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στην **ιδιοκτησία**.
  • The fire caused extensive damage to the property.
  • Εδώ εννοούμε το ακίνητο ή το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων.