Ιδιωτικός / Προσωπικός /iðiˈotikos/ AdjectiveEnglishprivate日本語プライベートExampleΗ πινακίδα έγραφε: «Ιδιωτική περιουσία. Μην εισέρχεστε.»The sign said, ‘Private property. Keep out.’Το 'ιδιωτική περιουσία' είναι η μαγνητική φράση.