Ιερέας /i.eˈrɛ.as/ NounEnglishpriest日本語神父ExampleΟ [ιερέας] (παπάς / πνευματικός / αρχιερέας) ευλόγησε το νέο κοινοτικό κέντρο.The parish priest blessed the new community center.Το 'παπάς' είναι πιο οικείο, το 'ιερέας' πιο επίσημο.