Ηλικιωμένοι /iliˈkjoˈmenos/ Adjective

English
elderly
日本語
ご高齢の方

Example

  • Μια [Ηλικιωμένη] κυρία καθόταν στο παγκάκι του πάρκου.
  • An elderly woman sat on the park bench.
  • Η πιο συνηθισμένη, ουδέτερη επιλογή.