Μέσα / Εσωτερικά /ˈme.sa/ Adjective

English
inside
日本語
中(なか)

Example

  • Οι εσωτερικές σελίδες του βιβλίου σκίστηκαν.
  • The inside pages of the book were torn.
  • Χρησιμοποιείται το επίθετο 'εσωτερικές' (θηλυκό πληθυντικό).