ιστορικός / ιστορικό /istoˈrikos/ Επίθετο
- English
- historic
- 日本語
- 歴史的
Example
- Η αποκατάσταση των ιστορικών κτιρίων διατηρεί την πολιτιστική μας κληρονομιά. (μνημειώδης / κοσμοϊστορικός / κοσμοϊστορικός)
- The restoration of historic buildings preserves our cultural heritage.
- Εδώ τονίζεται η διαχρονική αξία.