Καινοτομία /kɛ.i.no.toˈmi.a/ Noun
- English
- innovation
- 日本語
- 革新
Example
- Η εταιρεία είναι πρωτοπόρος στην ψηφιακή [η καινοτομία] — της [ψηφιακής καινοτομίας].
- The company is a leader in digital innovation.
- Το 'ψηφιακή' (digital) είναι η πιο συχνή επίθετη σύνδεση.