Κακοποίηση / Κατάχρηση /aˈbjuːs/ (για το αγγλικό ουσιαστικό) Noun

English
abuse
日本語
虐待 / 悪用

Example

  • Η έκθεση τεκμηρίωσε την [κατάχρηση] (κατάχρηση / κακομεταχείριση / βία) των εταιρικών πόρων.
  • The report documented the abuse of company resources.
  • Εδώ το 'κατάχρηση' ταιριάζει καλύτερα για πόρους.