Μια χαρά /miˈa xaˈra/ Adjective

English
fine
日本語
大丈夫 (Daijoubu)

Example

  • «Πώς είσαι;» — «Καλά (Kala), ευχαριστώ.»
  • ‘How are you?’ ‘Fine, thanks.’
  • Το 'Καλά' είναι η πιο συνηθισμένη, ουδέτερη απάντηση.