Κουδούνι / Καμπάνα /kuˈðuni/ Noun

English
bell
日本語
鐘 / ベル

Example

  • Ηχούσε η [καμπάνα] (κώδωνας / κτύπημα / ήχος) της εκκλησίας με δύναμη.
  • A peal of church bells rang out in the distance.
  • Η 'καμπάνα' παραπέμπει συχνά σε εκκλησιαστικό ή μεγάλο, βαρύ όργανο.