Κανονικό /kanoˈniko/ AdjectiveEnglishnormal日本語普通ExampleΕίναι **κανονικό** να νιώθεις κουρασμένος από τη νέα τεχνολογία.It is perfectly normal to feel overwhelmed by new technology.Η λέξη 'κανονικό' εδώ δίνει ζεστασιά, όχι ψυχρή τυπικότητα.