Καταδικασμένος /kataðikazménos/ Ρήμα

English
convict
日本語
有罪判決を下す

Example

  • Η [καταδικάζω] (ενοχοποιώ / κρίνω ένοχο / καταδικάζω) για απάτη μετά από μακρά έρευνα.
  • He was convicted of fraud after a lengthy investigation.
  • Το 'καταδικάζω' είναι η πιο άμεση και συνηθισμένη νομική έκφραση.