κατσαρόλα /kat͡saˈrola/ Ουσιαστικό

English
pot
日本語

Example

  • Καθάρισε την καψαλισμένη κατσαρόλα στον νεροχύτη.
  • She scrubbed the burnt pot in the sink.
  • Η 'κατσαρόλα' είναι η πιο ζεστή επιλογή για μαγείρεμα.