Καμπ (για αισθητική) / Κατασκήνωση (για τοποθεσία) /kæmp/ Noun

English
camp
日本語
キャンプ

Example

  • Ας γυρίσουμε στην [κατασκήνωση] πριν σκοτεινιάσει.
  • Let's return to camp before it gets dark.
  • Η 'κατασκήνωση' είναι η πιο ζεστή επιλογή για διακοπές.