σε κάποιο βαθμό /se ˈkaptʃu ˈvathmo/ Adverb
- English
- somewhat
- 日本語
- 多少
Example
- Η κατάσταση έχει βελτιωθεί κάπως από την περασμένη εβδομάδα.
- The situation has improved somewhat since last week.
- Το «κάπως» εδώ δίνει μια αίσθηση μετριοπάθειας, όχι θριάμβου.