ρίσκο /ˈrizko/ Noun

English
risk
日本語
リスク

Example

  • Οι κίνδυνοι για την υγεία είναι πολύ μικροί. (Αποφεύγουμε το 'τα ρίσκα υγείας')
  • The health risks are very low.
  • Εδώ το 'κίνδυνος' είναι ο φυσικός όρος.