κλέβω /ˈklevo/ Ρήμα

English
steal
日本語
盗む

Example

  • Ο παίκτης προσπάθησε να κλέψει το σκορ στο τελευταίο λεπτό.
  • Παίρνω κάτι παράνομα, χωρίς άδεια, συνήθως αντικείμενα.