Κατακεραυνώνω / Κλείνω με δύναμη /slæm/ Verb

English
slam
日本語
叩きつける / 酷評する

Example

  • Άκουσα την πόρτα να [κλείνει με δύναμη] πίσω του.
  • I heard the door slam behind him.
  • Εδώ χρησιμοποιούμε το ρήμα 'κλείνω' στον παρατατικό για να περιγράψουμε τον ήχο.