Κοιμάμαι /ciˈmame/ Adjective

English
asleep
日本語
眠っている

Example

  • Περίμενα μέχρι να είναι όλοι βαθιά **κοιμισμένοι**.
  • I waited until they were all fast asleep.
  • Το 'βαθιά' τονίζει την ένταση του ύπνου.