Κοινοβουλευτικός /ci̯no.vu.lef.stiˈkos/ ΕπίθετοEnglishparliamentary日本語議会制のExampleΗ κοινοβουλευτική συνεδρίαση αναβλήθηκε.The parliamentary session was adjourned.Εδώ το 'κοινοβουλευτική' (θηλ.) ταιριάζει απόλυτα με τη 'συνεδρίαση'.