Κουτί από κασσίτερο / Κονσέρβα /tɪn/ NounEnglishtin日本語缶 (Kan) / ブリキ (Buriki)ExampleΆνοιξε την [κονσέρβα] και σούρωσε τον τόνο.Open the tin and drain the tuna.Η 'κονσέρβα' είναι η πιο φυσική επιλογή για συσκευασμένα τρόφιμα.